συνταξιοδότηση
η, ουσ.
παροχή σύνταξης σε εργαζόμενο, που έχει ολοκληρώσει τον εργασιακό του βίο, ή στην οικογένειά του εάν αυτός έχει πεθάνει.
Ετυμολογία
< συνταξιοδοτώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συνταξιοδότηση», σ. 804. https://navalhistory.gr/lexiko/συνταξιοδοτηση/