συννέφελος
-η, -ο, επίθ.
(μετεωρ.) αυτός που είναι σκεπασμένος με σύννεφα, που έχει νέφη, αντών. ασυννέφιαστος.
Ετυμολογία
< συν + νεφέλη.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συννέφελος», σ. 803. https://navalhistory.gr/lexiko/συννεφελοσ/