συνισταμένη
η, ουσ.
- (γεωμ.) το άθροισμα δύο ή περισσότερων ευθύγραμμων τμημάτων
- (μηχαν.) δύναμη που προκύπτει από το συνδυασμό δύο ή περισσοτέρων δυνάμεων, των λεγόμενων συνιστωσών, χωρίς να μεταβληθεί το τελικό αποτέλεσμα
- (μτφ.) το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού δύο ή περισσότερων παραγόντων.
Ετυμολογία
ουσιαστικοποιημένη μτχ. Ενεστ. του ρ. συνίσταμαι, παθ. φ. του συνιστώ [= σχηματίζω, συνθέτω, συσταίνω, συγκροτώ, απαρτίζω, συναποτελώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συνισταμένη», σ. 803. https://navalhistory.gr/lexiko/συνισταμενη/