συμπλέω
ρ. [αμετβ.]
- ταξιδεύω μαζί με κάποιο άλλο άτομο
- (για πλοίο) πλέω έχοντας την ίδια κατεύθυνση πορείας με άλλο σκάφος
- (μτφ.) έχω τις ίδιες απόψεις με κάποιο άλλο άτομο ή εφαρμόζω στην πράξη τις ίδιες πρακτικές.
Ετυμολογία
< αρχ. συμπλέω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συμπλέω», σ. 799. https://navalhistory.gr/lexiko/συμπλεω/