navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συμπλέω

συμπλέω

ρ. [αμετβ.]

  1. ταξιδεύω μαζί με κάποιο άλλο άτομο
  2. (για πλοίο) πλέω έχοντας την ίδια κατεύθυνση πορείας με άλλο σκάφος
  3. (μτφ.) έχω τις ίδιες απόψεις με κάποιο άλλο άτομο ή εφαρμόζω στην πράξη τις ίδιες πρακτικές.

Ετυμολογία

< αρχ. συμπλέω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συμπλέω», σ. 799. https://navalhistory.gr/lexiko/συμπλεω/