navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συμπιέζω

συμπιέζω

ρ. [μετβ.]

ασκώ πίεση σε κάτι ελαττώνοντας τον όγκο του.

Ετυμολογία

< αρχ. συμπιέζω.

Παράγωγα

συμπίεσμα, συμπιεστικός, συμπιεστής.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συμπιέζω», σ. 799. https://navalhistory.gr/lexiko/συμπιεζω/