συμβούλιο
το, ουσ.
- συγκέντρωση ομάδας ατόμων, που εκπροσωπεί έναν φορέα, σύλλογο, σωματείο, εταιρεία κ.λπ. προκειμένου να αποφασίσει, μετά από διαλογική συζήτηση, για διάφορα θέματα
- (συνεκδ.) το σύνολο των ατόμων που μετέχουν στην ανωτέρω συνάθροιση, (φρ.) «διοικητικό / υπουργικό / περιφερειακό / δημοτικό συμβούλιο», «Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού / Επικρατείας / Ασφαλείας», «Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» κ.ά.
Ετυμολογία
< μτγν. συμβούλιον < αρχ. συμβουλή / συμβουλία < σύν (συμ-) + βουλή [= 1. επιθυμία, θέληση, απόφαση, 2. συμβουλή, σχέδιο, επιδίωξη].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συμβούλιο», σ. 798. https://navalhistory.gr/lexiko/συμβουλιο/