navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συγκολλώ

συγκολλώ

ρ. [μετβ.]

συνδέω δύο ή περισσότερα αντικείμενα ή τμήματα χρησιμοποιώντας κάποιο είδος κόλλας, λιωμένου μετάλλου κ.λπ., ανάλογα πάντοτε με το κατασκευαστικό υλικό.

Ετυμολογία

< αρχ. συγκολλῶ.

Παράγωγα

συγκόλληση, συγκολλητής, συγκολλητικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συγκολλώ», σ. 796. https://navalhistory.gr/lexiko/συγκολλω/