στροφαλοφόρος
ο, ουσ.
αυτός που έχει στρόφαλο, (φρ.) «στροφαλοφόρος άξονας», είναι ο άξονας σε μηχανή εσωτερικής καύσης που μετατρέπει την ευθύγραμμη παλινδρομική κίνηση του εμβόλου [πιστονιού] σε περιστροφική με τη βοήθεια των στροφάλων, συνών. στροφαλάτρακτος ή στροφαλοφόρος άτρακτος.
Ετυμολογία
< στρόφαλ(ος) -ο- + - φόρος < φέρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στροφαλοφόρος», σ. 794. https://navalhistory.gr/lexiko/στροφαλοφοροσ/