στρεψίμετρο
το, ουσ.
όργανο μέτρησης της: α) ιπποδύναμης έλικα, β) της γωνίας στρέψης, (φρ.) «ηλεκτρικό / οπτικό στρεψίμετρο».
Ετυμολογία
< στρέψη + μέτρο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στρεψίμετρο», σ. 793. https://navalhistory.gr/lexiko/στρεψιμετρο/