στολή
η, ουσ.
- ενδυμασία, αμφίεση
- ομοιόμορφη ενδυμασία ατόμων που την φορούν κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, (φρ.) «στολή εξόδου / παραλλαγής / εργασίας / αγγαρείας / εκστρατείας / ιππασίας / αστροναύτη / δύτη / αποκριάτικη / παραδοσιακή / εθνική / χειμερινή / θερινή / ναυτική / ιερατική / στρατιωτική / κλητήρα / θυρωρού».
Ετυμολογία
< αρχ. στολή [= ενδυμασία, ένδυμα, εσθήτα, μανδύας].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στολή», σ. 788. https://navalhistory.gr/lexiko/στολη/