στοίβα
η, ουσ.
σωρός από πράγματα που είναι τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο ή ριγμένα κάπου σωρηδόν, συνών. ντάνα.
Ετυμολογία
< στοιβάζω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στοίβα», σ. 787. https://navalhistory.gr/lexiko/στοιβα/