στεατοδόχη
η, ουσ.
δοχείο εντός του οποίου συγκέντρωναν οποιοδήποτε είδος ζωικού λίπους.
Ετυμολογία
< αρχ. στέαρ [= σκληρό λίπος, πάχος, ξύγκι] + δοχείο < αρχ. δοχή [= δοχείο, θήκη] < δέχομαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στεατοδόχη», σ. 783. https://navalhistory.gr/lexiko/στεατοδοχη/