σταυρόκομπος²
ο, ουσ.
ο πιο απλός τεχνικά κόμπος για να δέσουμε δύο σχοινιά με το ίδιο πάχος.
Ετυμολογία
< μτγν. σταυρ(ός) -ο- + κόμπος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σταυρόκομπος», σ. 783. https://navalhistory.gr/lexiko/σταυροκομποσ-2/