navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σταθμίζω

σταθμίζω

ρ. [μετβ.]

  1. μετρώ το βάρος ενός σώματος, ζυγίζω
  2. βρίσκω την κατακόρυφη ευθεία χρησιμοποιώντας το νήμα της στάθμης, συνών. αλφαδιάζω
  3. μελετώ με προσοχή τα δεδομένα και αξιολογώ πρόσωπα ή καταστάσεις πριν πάρω οριστική απόφαση.

Ετυμολογία

< στάθμ(η) -ίζω.

Παράγωγα

στάθμιση, σταθμιστής.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σταθμίζω», σ. 780. https://navalhistory.gr/lexiko/σταθμιζω/