σταθμίζω
ρ. [μετβ.]
- μετρώ το βάρος ενός σώματος, ζυγίζω
- βρίσκω την κατακόρυφη ευθεία χρησιμοποιώντας το νήμα της στάθμης, συνών. αλφαδιάζω
- μελετώ με προσοχή τα δεδομένα και αξιολογώ πρόσωπα ή καταστάσεις πριν πάρω οριστική απόφαση.
Ετυμολογία
< στάθμ(η) -ίζω.
Παράγωγα
στάθμιση, σταθμιστής.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σταθμίζω», σ. 780. https://navalhistory.gr/lexiko/σταθμιζω/