navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σποτ

σποτ

το, άκλ. ουσ.

  1. (κινημ.) σύντομο διαφημιστικό φιλμ
  2. μικρό φωτιστικό που τοποθετείται συνήθως στην οροφή.

Ετυμολογία

< αγγλ. spot [= κηλίδα, εμπορικό δείγμα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σποτ», σ. 779. https://navalhistory.gr/lexiko/σποτ/