navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σουπιά

σουπιά

η, ουσ.

  1. (ιχθυολ.) θαλασσινό μαλάκιο που συναντάται σε όλες τις θάλασσες και είναι γνωστό για το μελάνι του το οποίο χρησιμοποιεί ως αμυντικό όπλο όταν ο εχθρός του το καταδιώκει
  2. (μτφ.) άνθρωπος που ξέρει να αποφεύγει τις δύσκολες καταστάσεις με πονηρό τρόπο, αυτός που ελίσσεται επιδέξια.

Ετυμολογία

< αρχ. σηπία.

Παράγωγα

σουπιοκόκαλο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σουπιά», σ. 775. https://navalhistory.gr/lexiko/σουπια/