σουπιά
η, ουσ.
- (ιχθυολ.) θαλασσινό μαλάκιο που συναντάται σε όλες τις θάλασσες και είναι γνωστό για το μελάνι του το οποίο χρησιμοποιεί ως αμυντικό όπλο όταν ο εχθρός του το καταδιώκει
- (μτφ.) άνθρωπος που ξέρει να αποφεύγει τις δύσκολες καταστάσεις με πονηρό τρόπο, αυτός που ελίσσεται επιδέξια.
Ετυμολογία
< αρχ. σηπία.
Παράγωγα
σουπιοκόκαλο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σουπιά», σ. 775. https://navalhistory.gr/lexiko/σουπια/