Σουέζ
το, ουσ.
(γεωγρ.) α) αιγυπτιακή πόλη στην νότια είσοδο της ομώνυμης διώρυγας, με πληθυσμό μισό εκατ. κατοίκους περίπου, β) σημαντικότατο λιμάνι δίπλα στην ομώνυμη διώρυγα, με πολλές ναυτιλιακές διευκολύνσεις και πλήθος ναυτιλιακών γραφείων και πρακτορείων, γ) μεγάλος κόλπος στο βόρειο άκρο της Ερυθράς Θάλασσας, δυτικά της χερσονήσου του Σινά και ανατολικά της Αιγύπτου, δ) η μεγαλύτερη διώρυγα του κόσμου, μήκους 162 χλμ., πλάτους έως και 160-200 μ. βάθους 11,60 μ., που ενώνει τη Μεσόγειο Θάλασσα με την Ερυθρά Θάλασσα.
Ετυμολογία
< αγγλ. Suez < αραβ. as-suways < sūs [= γλυκόριζα], ονομασία που αποδόθηκε στα τέλη του 9ου αι..
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Σουέζ», σ. 775. https://navalhistory.gr/lexiko/σουεζ/