navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σμύριδα

σμύριδα

η, ουσ.

(λαϊκ.) το σμυρίγλι, (ορυκτ.) πολύ σκληρό ορυκτό που χρησιμοποιείται συνήθως για λείανση επιφανειών.

Ετυμολογία

< μτγν. σμύρις.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σμύριδα», σ. 772. https://navalhistory.gr/lexiko/σμυριδα/