σκυρόδεμα
το, ουσ. [χωρίς πληθ.]
τεχνητό οικοδομικό υλικό από χαλίκια [σκύρα], άμμο, τσιμέντο και νερό, το μπετόν.
Ετυμολογία
< σκύρ(ον) -ο- + δέμα < δένω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκυρόδεμα», σ. 771. https://navalhistory.gr/lexiko/σκυροδεμα/