navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκίαση

σκίαση

η, ουσ.

  1. εμπόδιση της εισόδου των φωτεινών ακτίνων σε χώρο
  2. σχηματισμός σκιάς σε σχέδιο.

Ετυμολογία

< σκιάζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκίαση», σ. 767. https://navalhistory.gr/lexiko/σκιαση/