σκίαση
η, ουσ.
- εμπόδιση της εισόδου των φωτεινών ακτίνων σε χώρο
- σχηματισμός σκιάς σε σχέδιο.
Ετυμολογία
< σκιάζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκίαση», σ. 767. https://navalhistory.gr/lexiko/σκιαση/