navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκηνή

σκηνή

η, ουσ.

  1. πρόχειρο κατάλυμα κατασκευασμένο από χοντρό αδιάβροχο ύφασμα, κατάλληλο για προσωρινή διαμονή στην ύπαιθρο, αντίσκηνο, τέντα, (φρ.) «σκηνή λέμβου / επίστεγου / πλοίου / κάμπινγκ / οικογενειακή / στρατιωτική»,
  2. το υπερυψωμένο τμήμα του θεάτρου στο οποίο εμφανίζονται οι ηθοποιοί
  3. (συνεκδ.) το θέατρο
  4. μεγάλη κουρτίνα, συνήθως κόκκινου χρώματος, που καλύπτει τον χώρο δράσης των καλλιτεχνών, η αυλαία
  5. υποδιαίρεση θεατρικού έργου
  6. το σύνολο των σκηνικών ενός θεατρικού έργου
  7. (μτφ.) λεκτική σύγκρουση προσώπων, καβγάς.

Ετυμολογία

< αρχ. σκηνή.

Παράγωγα

σκηνικός, σκηνίτης, σκηνευτής.

Σύνθετα

σκηνοποιός, σκηνοπηγία, σκηνοθετώ, σκηνοθεσία, σκηνοθέτης, σκηνογράφος, σκηνογραφία, σκηνορραφία, σκηνορράφος, σκηνοφύλακας.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκηνή», σ. 766. https://navalhistory.gr/lexiko/σκηνη/