σκελετός
ο, ουσ.
- το σύνολο των οστών του στηρικτικού συστήματος ανθρώπου ή σπονδυλωτού ζώου
- (μτφ.) το τμήμα στήριξης μιας κατασκευής, πλοίου, κτηρίου κ.λπ.
- (μτφ.) ο πολύ αδύνατος άνθρωπος
- (μτφ.) ο δομικός σχεδιασμός ενός συγγραφικού έργου.
Ετυμολογία
< μτγν. σκελετός <
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκελετός», σ. 766. https://navalhistory.gr/lexiko/σκελετοσ/