navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκανάρω

σκανάρω

ρ. [μετβ.]

σαρώνω κείμενο ή φωτογραφία με τη χρήση του σκάνερ.

Ετυμολογία

< σκάνερ [δες λ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκανάρω», σ. 763. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαναρω/