σιωπή
η, ουσ.
- διακοπή κάθε ομιλίας
- ησυχία, απουσία κάθε θορύβου, συνών. σιγή
- [ως επιφών.] μη μιλάς, πάψε.
Ετυμολογία
< αρχ. σιωπῶ, συνηρημένος τύπος του σιωπάω.
Παράγωγα
σιωπηρός, σιωπηλός. Άκρα του τάφου σιωπή Στον κάμπο βασιλεύει Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί Κι η μάνα το ζηλεύει
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιωπή», σ. 762. https://navalhistory.gr/lexiko/σιωπη/