navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σιωπή

σιωπή

η, ουσ.

  1. διακοπή κάθε ομιλίας
  2. ησυχία, απουσία κάθε θορύβου, συνών. σιγή
  3. [ως επιφών.] μη μιλάς, πάψε.

Ετυμολογία

< αρχ. σιωπῶ, συνηρημένος τύπος του σιωπάω.

Παράγωγα

σιωπηρός, σιωπηλός. Άκρα του τάφου σιωπή Στον κάμπο βασιλεύει Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί Κι η μάνα το ζηλεύει

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιωπή», σ. 762. https://navalhistory.gr/lexiko/σιωπη/