σικατίφ
το, άκλ. ουσ.
στεγνωτικό χρωμάτων.
Ετυμολογία
< γαλλ. siccatif < λατ. sicco [= στεγνώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σικατίφ», σ. 759. https://navalhistory.gr/lexiko/σικατιφ/