σιζάλ
το, ουσ.

φυτικό είδος σχοινιού από ίνες του φυτού σιζάλ, [αλλιώς: Αγαύη η σιζαλανή - Agave sisalana - διώνυμο], είναι χαμηλής ποιότητας με περιορισμένη αντοχή.
Ετυμολογία
< αγγλ. sisal.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιζάλ», σ. 759. https://navalhistory.gr/lexiko/σιζαλ/