navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σιελ

σιελ

ο/η/το, άκλ. επίθ.

  1. αυτός που έχει το χρώμα του ουρανού, του ανοιχτού γαλάζιου
  2. [ως ουσ.] το γαλάζιο χρώμα.

Ετυμολογία

< γαλλ. ciel [= ουρανός] < λατιν. caelum.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιελ», σ. 759. https://navalhistory.gr/lexiko/σιελ/