σιελ
ο/η/το, άκλ. επίθ.
- αυτός που έχει το χρώμα του ουρανού, του ανοιχτού γαλάζιου
- [ως ουσ.] το γαλάζιο χρώμα.
Ετυμολογία
< γαλλ. ciel [= ουρανός] < λατιν. caelum.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιελ», σ. 759. https://navalhistory.gr/lexiko/σιελ/