σιδηρο-
πρώτο συνθετικό πολλών λ. που δηλώνει τη στενή σχέση που έχει το δεύτερο συνθετικό με το σίδηρο π.χ.: σιδηροβιομηχανία, σιδηροδέσμιος, σιδηροδοκός, σιδηρόδρομος, σιδηρόλιθος, σιδηροπαγής, σιδηροπυρίτης, σιδηροπενία, σιδηροπωλείο, σιδηροτροχιά, σιδηρουργείο, σιδηρόφρακτος, σιδηρόχρωμος, σιδηροτεχνία, κ.ά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιδηρο-», σ. 758. https://navalhistory.gr/lexiko/σιδηρο/