σιδηρουργός
ο, ουσ.
τεχνίτης που κατεργάζεται το σίδερο σε βιοτεχνικούς ή βιομηχανικούς χώρους, συνών. σιδεράς.
Ετυμολογία
< μτγν. < σίδηρος + -ουργός < ἔργον.
Παράγωγα
σιδηρουργία > σιδηρουργικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιδηρουργός», σ. 759. https://navalhistory.gr/lexiko/σιδηρουργοσ/