σήπιο
το, ουσ.

- το χαρακτηριστικό άσπρο κόκκαλο της σουπιάς
- α) «αφρός της θάλασσας», η επιφάνεια της θάλασσας β) (ορυκτ.) ένυδρο πυριτικό μαγνήσιο, λευκό, σταχτί ή υπέρυθρο, σε κομμάτια που μοιάζουν με στρείδι, χρησιμοποιείται για την κατασκευή πίπας καπνίσματος ή κομψοτεχνημάτων, σηπιόλιθος.
Ετυμολογία
< σηπία [= σουπιά]. [φωτό: σήπιο αρσενικού ατόμου].
Από τον Τύπο
«Τῶν δὲ μαλακίων πανουργότατον μὲν ἡ σηπία, καὶ μόνῳ χρῆται τῷ θολῷ κρύψεως χάριν, καὶ οὐ μόνον φοβουμένη», δηλ. σε μτφρ. «Από τα μαλάκια η σουπιά είναι το πιο πονηρό και το μόνο που χρησιμοποιεί το μελάνι για απόκρυψη και όχι μόνο όταν φοβάται».
Αριστοτέλης
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σήπιο», σ. 757. https://navalhistory.gr/lexiko/σηπιο/