σηματολογία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- από το 1858
συνεννόηση με σήματα.
Ετυμολογία
< σήμα, γεν. -ατος + - λογία, [η λ. μαρτυρείται από το 1858 στο Ονοματολόγιον Ναυτικόν].
Παράγωγα
σηματολογικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σηματολογία», σ. 756. https://navalhistory.gr/lexiko/σηματολογια/