σημαία
η, ουσ.
- κομμάτι υφάσματος με σχέδια και χρώματα που αντιπροσωπεύει το επίσημο εθνικό σύμβολο του κράτους ή το σύμβολο ενός πολιτικού κόμματος, ενός σωματείου, μίας αθλητικής ομάδας κ.λπ. συνών. μπαϊράκι, φλάμπουρο, παντιέρα, σαντζάκι, (φρ.) «σημαία πολεμική / ξηράς / θαλάσσης / ευκαιρίας / λευκή / του πολεμικού ναυτικού / προβόλου / εκκλησιαστική»,
- (μτφ.) πρόσωπο που με την ισχυρή του προσωπικότητα, αναγνωρίζεται ως σύμβολο του χώρου του
- φωτεινή ένδειξη σε όχημα ταξί που φανερώνει ότι είναι ελεύθερο
- (έκφρ.) «υπό ελληνική / υπό ξένη σημαία», για πλοίο που είναι εγγεγραμμένο σε ελληνικό / σε ξένο νηολόγιο, «σημαία ευκαιρίας», σημαία κράτους το οποίο προσφέρει στους πλοιοκτήτες ευμενέστερες, συνήθως φορολογικού περιεχομένου, συμβάσεις.
Ετυμολογία
< μτγν. σημαία [= στρατιωτικό λάβαρο]. Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα... Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Συνώνυμα στο λεξικό
Από τον Τύπο
Οι σημαίες ευκαιρίας αποτελούν ελκυστική επιλογή για τη νηολόγηση των εμπορικών πλοίων, λόγω του ότι: Επιτρέπουν τη νηολόγηση πλοίων αλλοδαπής ιδιοκτησίας. Παρέχουν εύκολη πρόσβαση στο νηολόγιο. Έχουν χαμηλά έως ανύπαρκτα επίπεδα φορολογίας. Έχουν χαμηλές απαιτήσεις συντήρησης και επάνδρωσης των πλοίων. Προσφέρουν περιορισμένη κρατική παρέμβαση στην εκμετάλλευση των πλοίων. Παρέχουν ελεύθερη επιλογή εθνικότητας πληρωμάτων. Έχουν χαμηλό κόστος μισθοδοσίας πληρωμάτων.
Απόσπασμα από τις Σχολές Ανώτερης Επαγγελματικής Κατάρτισης «ΟΜΗΡΟΣ», 20.07.2021, Ναυτιλιακά, https://omiros.gr/naytiliaka.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σημαία», σ. 754. https://navalhistory.gr/lexiko/σημαια/