navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σεφ

σεφ

ο, άκλ. ουσ.

(επάγγ.) αρχιμάγειρας.

Ετυμολογία

< γαλλ. chef [= αρχηγός] < λατιν. caput [= κεφαλή].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σεφ», σ. 753. https://navalhistory.gr/lexiko/σεφ/