σέρφερ
ο/η, άκλ. ουσ.
(αθλητ.) ο αθλητής του σέρφινγκ [δες λ.].
Ετυμολογία
< αγγλ. surfer < surf.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σέρφερ», σ. 753. https://navalhistory.gr/lexiko/σερφερ/