σαργός
ο, ουσ.

(ιχθυολ.) μικρό ερμαφρόδιτο ψάρι, που το μήκος του σώματός του φτάνει τα 45 εκ. και το βάρος του έως τα δύο κιλά, η επιστ. του ονομ. Diplodus sargus (Διπλόδους ο σαργός < δηλ. από το διπλός + ὀδούς) [διώνυμο], συγγενεύει με τον σπάρο και το μελανούρι, τρέφεται με σκουλήκια, αχινούς, μικρά ψαράκια, γωβιούς, πέρκες και αθερίνες.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαργός», σ. 746. https://navalhistory.gr/lexiko/σαργοσ/