ρωγμή
η, ουσ.
- επιμήκης σχισμή, με μικρό ή μεγάλο βάθος, σε μια στερεή επιφάνεια, απ’ όπου μπορεί να περάσει φως, νερό ή σκόνη
- (μτφ.) η διακοπή της ενότητας, η διάσπαση, ή η ρήξη των οικογενειακών, φιλικών, κοινωνικών ή ομαδικών δεσμών και σχέσεων.
Ετυμολογία
< αρχ. ῥωγμή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρωγμή», σ. 738. https://navalhistory.gr/lexiko/ρωγμη/