navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρωγμή

ρωγμή

η, ουσ.

  1. επιμήκης σχισμή, με μικρό ή μεγάλο βάθος, σε μια στερεή επιφάνεια, απ’ όπου μπορεί να περάσει φως, νερό ή σκόνη
  2. (μτφ.) η διακοπή της ενότητας, η διάσπαση, ή η ρήξη των οικογενειακών, φιλικών, κοινωνικών ή ομαδικών δεσμών και σχέσεων.

Ετυμολογία

< αρχ. ῥωγμή.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρωγμή», σ. 738. https://navalhistory.gr/lexiko/ρωγμη/