ριπή
η, ουσ.
- ρίξιμο βολών από αυτόματο όπλο
- (μετεωρ.) ξαφνική και σφοδρή, μικρής διάρκειας κίνηση του ανέμου
- (μτφ.) «εν ριπή οφθαλμού», πάρα πολύ γρήγορα, στη στιγμή.
Ετυμολογία
< [για την 1η και 3η ερμ.] αρχ. ῥιπή, [για τη 2η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. rafale.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ριπή», σ. 732. https://navalhistory.gr/lexiko/ριπη/