navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ριπή

ριπή

η, ουσ.

  1. ρίξιμο βολών από αυτόματο όπλο
  2. (μετεωρ.) ξαφνική και σφοδρή, μικρής διάρκειας κίνηση του ανέμου
  3. (μτφ.) «εν ριπή οφθαλμού», πάρα πολύ γρήγορα, στη στιγμή.

Ετυμολογία

< [για την 1η και 3η ερμ.] αρχ. ῥιπή, [για τη 2η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. rafale.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ριπή», σ. 732. https://navalhistory.gr/lexiko/ριπη/