navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρέω

ρέω

ρ. [αμετβ]

  1. χύνομαι προς ορισμένη κατεύθυνση, τρέχω, κυλώ
  2. (μτφ.) ορμώ προς ορισμένη κατεύθυνση.

Ετυμολογία

< αρχ. ῥέω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρέω», σ. 731. https://navalhistory.gr/lexiko/ρεω/