ρεπό
το, άκλ. ουσ.
- ανάπαυση
- (συνεκδ.) σύντομη άδεια που παραχωρείται σε εργαζόμενο σε τακτά χρονικά διαστήματα ή έκτακτα για διάφορους άλλους λόγους, διακοπή εργασίας.
Ετυμολογία
< γαλλ. repos [= ανάπαυση] < reposer [= αναπαύομαι] < λατιν. reponere [= επαναθέτω, ανακάμπτω], ή σύμφωνα με την ετυμολογική εκδοχή του καθηγητή κ. Γ. Μπαμπινιώτη στο ομώνυμο λεξικό του, αντιδάνειο, από το γαλλ. repos < reposer < λατιν. repausare < re- [= ανά] + pausare < pausa < αρχ. παῦσις.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρεπό», σ. 729. https://navalhistory.gr/lexiko/ρεπο/