ρεμίζα
η, ουσ.
- συνοδευτική επιστολή
- α) ύπνος, β) ανάπαυση.
Ετυμολογία
< γαλλ. remise [= επανατοποθέτηση] < remettre [= επαναθέτω, καθησυχάζω] < λατιν. remitto, remittere [= αποδίδω, στέλνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρεμίζα», σ. 728. https://navalhistory.gr/lexiko/ρεμιζα/