ράφι
το, ουσ. [γεν. ραφιού]
- λεπτή μακρόστενη πλάκα, ξύλινη ή μεταλλική, που στηρίζεται οριζόντια σε τοίχο ή ντουλάπι, για να τοποθετεί κανείς διάφορα αντικείμενα, όπως π.χ. μπιμπελό, βιβλία κ.λπ. συνών. σκευοθέσιο
- (ειδ. φρ.) «έμεινε στο ράφι», για κάποιον που δεν παντρεύτηκε, «κρατώ στο ράφι», κρατώ κάποια υπόθεση στο αρχείο.
Ετυμολογία
< τουρκ. raf [= επίπεδη σανίδα στέρεα τοποθετημένη στον τοίχο.
Παράγωγα
ραφιέρα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ράφι», σ. 727. https://navalhistory.gr/lexiko/ραφι/