navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ράφι

ράφι

το, ουσ. [γεν. ραφιού]

  1. λεπτή μακρόστενη πλάκα, ξύλινη ή μεταλλική, που στηρίζεται οριζόντια σε τοίχο ή ντουλάπι, για να τοποθετεί κανείς διάφορα αντικείμενα, όπως π.χ. μπιμπελό, βιβλία κ.λπ. συνών. σκευοθέσιο
  2. (ειδ. φρ.) «έμεινε στο ράφι», για κάποιον που δεν παντρεύτηκε, «κρατώ στο ράφι», κρατώ κάποια υπόθεση στο αρχείο.

Ετυμολογία

< τουρκ. raf [= επίπεδη σανίδα στέρεα τοποθετημένη στον τοίχο.

Παράγωγα

ραφιέρα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ράφι», σ. 727. https://navalhistory.gr/lexiko/ραφι/