ραφή
η, ουσ.
- ο τρόπος με τον οποίο είναι ραμμένο κάτι, το ράψιμο
- (συνεκδ.) η γραμμή που δημιουργείται από την ένωση δύο υφασμάτινων κομματιών
- το σημείο της ένωσης με ράμματα σε τραυματισμένο σημείο του δέρματος.
Ετυμολογία
< αρχ. ῥαφή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ραφή», σσ. 726-727. https://navalhistory.gr/lexiko/ραφη/