ραδιοφωνικός
ή, -ό, επίθ.
αυτός που έχει σχέση με τη ραδιοφωνία ή με το ραδιόφωνο ή που μεταδίδεται μέσο ραδιοφώνου, (φρ.) «ραδιοφωνικός σταθμός / παραγωγός», «ραδιοφωνική εκπομπή / παραγωγή / ανακοίνωση / αναμετάδοση», «ραδιοφωνικές ειδήσεις / διαφημίσεις» «ραδιοφωνικό πρόγραμμα / δίκτυο».
Ετυμολογία
< γαλλ. radiophonique < radiophon(ie) [= ραδιοφων(ία)] + -ique [= - ικός].
Επιρρήματα
ραδιοφωνικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ραδιοφωνικός», σ. 725. https://navalhistory.gr/lexiko/ραδιοφωνικοσ/