ραδιοδιόπτευση
η, ουσ.
(τεχνολ.) παρατήρηση που επιτυγχάνεται με τη βοήθεια ραδιοπυξίδας ακολουθώντας τους κανόνες της ραδιογωνιομετρίας.
Ετυμολογία
< ραδιο2- + διόπτευση < αρχ. διοπτεύω [= παρακολουθώ, παρατηρώ, εξετάζω, κατασκοπεύω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ραδιοδιόπτευση», σ. 722. https://navalhistory.gr/lexiko/ραδιοδιοπτευση/