Π, π, πι
το, άκλ. ουσ.
α) το δέκατο έκτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, σύμφωνο, β) [ως αριθμητικό σύμβολο χωρίς κανένα διακριτικό σημάδι, κατά παράδοση ή καταχρηστικά] Π ή π [= δέκατος έκτος, -η, -ο,].
Ετυμολογία
< αρχ. πεῖ [μτγν. γραφή πῖ] < σημιτ. pē.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Π, π, πι», σ. 620. https://navalhistory.gr/lexiko/π-π-πι/