πωλητήριο
το, ουσ.
α) συμβόλαιο πώλησης, β) αγγελία για πώληση.
Ετυμολογία
< πωλη- (< πωλώ) -τήριον < αρχ. πωλητήριον [= χώρος πώλησης].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πωλητήριο», σ. 719. https://navalhistory.gr/lexiko/πωλητηριο/