πυρόχωμα
το, ουσ.
πυρίμαχο υλικό [άργιλος] με το οποίο κατασκευάζουν τις μήτρες [δηλ. τα καλούπια] οι χρυσοχόοι, οι οδοντοτεχνίτες, οι χυτευτές μεταλλουργοί, χρήσιμο επίσης και στους οικοδόμους τεχνίτες για το χτίσιμο φούρνων ή τζακιών.
Ετυμολογία
< πυρο- (< πυρ) + χώμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυρόχωμα», σ. 719. https://navalhistory.gr/lexiko/πυροχωμα/