πυροτέχνημα
το, ουσ.
- αντικείμενο κατασκευασμένο από εύφλεκτα ή εκρηκτικά υλικά, το οποίο, όταν πυροδοτηθεί, τινάζεται ψηλά, και σκορπά στην ατμόσφαιρα πολύχρωμη φωτεινή σκόνη ενώ παράλληλα ακούγονται ισχυροί κρότοι
- (μτφ.) για ενέργειες που γίνονται ή λόγια που λέγονται με κύριο στόχο τον εντυπωσιασμό.
Ετυμολογία
< πυρο- (< πυρ) + -τέχνημα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυροτέχνημα», σ. 718. https://navalhistory.gr/lexiko/πυροτεχνημα/