πυρίτιδα
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
εκρηκτική ύλη από μείγμα νίτρου, θείου και ξυλάνθρακα σε μορφή σκόνης, συνών. το μπαρούτι και η μπαρούτη.
Ετυμολογία
< μτγν. ο πυρῖτις [= είδος τσακμακόπετρας που ανάβει φωτιά] ως απόδ. του γαλλ. poudre [= σκόνη, μπαρούτι].
Σύνθετα
πυριτιδαποθήκη, πυριτιδόσκονη, πυριτιδοποιία, πυριτιδοποιός, πυριτιδοποιείο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυρίτιδα», σ. 717. https://navalhistory.gr/lexiko/πυριτιδα/