navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πυράντλιο

πυράντλιο

το, ουσ.

κουβάς με σχοινί για κατάσβεση πυρκαγιάς, ή χειροκίνητη ή ηλεκτρική αντλία πυρκαγιάς.

Ετυμολογία

< πυρ + αντλί(α) -ο-.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυράντλιο», σ. 716. https://navalhistory.gr/lexiko/πυραντλιο/